σεβντάς

και σεβδάς και σενβτάς, ο, Ν
ερωτικός πόθος, ερωτικός καημός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. sevda].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεβντάς — ο (λ. τουρκ.), έρωτας: Τον έφαγε ο σεβντάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρασεβντάς — ο σφοδρός αλλά ατυχής έρωτας. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρα * + σεβντάς (< τουρκ. sevda)] …   Dictionary of Greek

  • σεβδάς — ο, Ν βλ. σεβντάς …   Dictionary of Greek

  • σεβνταλής — ο, θηλ. σεβνταλού, Ν 1. αυτός που έχει σεβντά, ερωτοχτυπημένος 2. ο επιρρεπής στον έρωτα, ερωτιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεβντάς + κατάλ. λής (πρβλ. θεριακ λής, μερακ λής)] …   Dictionary of Greek

  • σενβτάς — ο, Ν βλ. σεβντάς …   Dictionary of Greek

  • τσορβάς — και τζορβάς, ο, Ν 1. σούπα 2. μτφ. σύμφυρμα, συμπίλημα, συνονθύλευμα 3. φρ. «ο σεβντάς δεν είναι τσορβάς» δηλώνει ότι ο έρωτας έχει δυσκολίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. corba] …   Dictionary of Greek

  • Βέλμος, Νίκος — (1892 – 1930).Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του πεζογράφου και ποιητή Νίκου Βογιατζάκη. Νέος ακόμα, φιλοδόξησε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην καλλιτεχνική άνοδο και ίδρυσε το Άσυλο Τέχνης (1926), όπου παρουσίαζαν έργα τους γνωστοί αλλά και νέοι ζωγράφοι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.